Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Μια ζωή εμπειρίες στο δημόσιο: Τρεις υπάλληλοι θυμούνται και περιγράφουν τις… άλλες εποχές

Ο Π. Βαβουγυιός διαβάζει ανελλιπώς την «Κ» λέγοντας πως έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στη στήλη «Ο Φιλίστωρ». Και εκείνος και ο Σ. Διδασκάλου και ο Χ. Γκούμας θυμούνται σαν χθες εκείνη την εποχή: και οι τρεις τους την εφημερίδα τη διάβαζαν τότε στην υπηρεσία τους. Ο Παναγιώτης Βαβουγυιός ήταν γενικός διευθυντής στα ταχυδρομεία. Ο Σωκράτης Διδασκάλου δίδαξε 33 χρόνια στα σχολεία, ενώ ο Χρήστος Γκούμας πέρασε όλη του τη ζωή στην υγειονομική υπηρεσία. Σαν να ήταν σε άλλη χώρα δημόσιοι υπάλληλοι ή σε κάποια άλλη ζωή, που άξιζε τον κόπο αυτό που έκανες.
«Ημουν στο μονοθέσιο τα πρώτα χρόνια, σ’ ένα σχολείο με τρύπιους τοίχους», λέει ο κ. Διδασκάλου. «Θυμάμαι τα “πρωτάκια” που τα έπαιρνε ο ύπνος όσο παρέδιδα εγώ στους μεγάλους Ιστορία, και τους έβαζα καρέκλες στο πλάι, να μη μου πέσουν στο πάτωμα και χτυπήσουν!» Ο κ. Βαβουγυιός, 35 χρόνια στα ταχυδρομεία, μιλάει για εποχές απίθανες: το 1950, λέει, τυλίγονταν με τις κουβέρτες της ΟΥΝΡΑ για να ζεσταθούν, γιατί «ήμασταν τότε φτωχολογιά οι δημόσιοι υπάλληλοι». Ενα πιάτο φασολάδα ή μια μακαρονάδα έκανε 250 δραχμές, κι ο πρώτος μισθός ήταν 9.000. «Αλλά στα νιάτα δεν ταιριάζει η γκρίνια. Είκοσι πέντε χρονών, στη Θήβα, μπήκα στα ταχυδρομεία».
Ο Χρήστος Γκούμας ακούγεται σαν να είναι ακόμα 25 χρονών άμα τα θυμάται. «7 Ιανουαρίου του 1964», λέει. «Με πήγε ένα τρακτέρ απ’ το χωριό μου ώς τον Πολύγυρο και από κει με το λεωφορείο, με 40 πόντους χιόνι έφτασα στην υπηρεσία μου. Πρώτη μέρα, επτά παρά πέντε το πρωί στεκόμουν στην πύλη. Να είμαι εκεί προτού έρθει ο προϊστάμενος».
Τις ιστορίες τους χαίρεσαι να τις ακούς. «Ένα μοτοποδήλατο είχαμε ο καθένας και ψεκάζαμε εκατό χιλιόμετρα ακτίνα μ’ αυτό. Έτσι την ξεριζώσαμε την ελονοσία στην Ελλάδα». Στην εποχή του κ. Γκούμα δεν ήταν η εξαίρεση ο ευσυνείδητος δημόσιος υπάλληλος. Ήταν ο κανόνας. «Τελείωνε η χρονιά και είχαμε τις εξετάσεις για το Γυμνάσιο», λέει ο κ. Διδασκάλου. «Και κρατούσαμε δέκα μέρες παραπάνω τα παιδιά, χωρίς πληρωμή, να τους κάνουμε διαγωνίσματα, να περάσουν τις εξετάσεις, να νιώσουμε περήφανοι». Άλλες εποχές. «Τότε πρώτοι στην ιεραρχία στην πόλη ήταν ο δάσκαλος, ο αστυνόμος και ο παπάς», λέει ο κ. Διδασκάλου. «Όλοι σε σέβονταν. Έπρεπε κι εσύ, όμως, να στέκεις στο ύψος σου. Αλλιώς άρχιζαν τα “βρε, ο δασκαλάκος”, και πάει, το ’χασες το παιχνίδι».
Δεν ήταν εύκολη εποχή, «όμως ζούσες με τον μισθό σου αξιοπρεπώς», λέει ο κ. Βαβουγυιός. Τα Σάββατα, οι Κυριακές, ακόμη και η μέρα του Πάσχα ήταν εργάσιμη. «Ήμασταν σε ένα ελεεινό κτίριο, στην οδό Σοφοκλέους 41. Καθόμασταν σε τρύπιες καρέκλες που τις μπαλώναμε με χαρτόνια, για να μη μας τρώνε το παντελόνι. Και άμα έσπαζαν τα τζάμια στα παράθυρα, κανείς δεν τα ’φτιαχνε. Οπότε, για να μην κρυώνουμε, απ’ τις “εξαιρέσιμες” που πληρωνόμασταν για τις Κυριακές, είχαμε στήσει κουμπαρά, να πληρώνουμε τον τεχνίτη μόνοι μας».
Κι ύστερα, τα χρόνια πέρασαν. «Απ’ το ’80 και μετά, είδα μοκέτες παχιές και κουρτίνες λουσάτες να μπαίνουν στα γραφεία των διευθυντών», λέει ο κ. Γκούμας. «Αλλά είδα και ανθρώπους άχρηστους να έρχονται στα γραφεία τα δικά μας». Όσο κι αν προσπαθούσαν οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι, τα πράγματα είχαν πάρει άλλο δρόμο: «Πήγα μετεκπαίδευση στη Γαλλία, να φέρω νέες ιδέες», λέει ο κ. Βαβουγυιός. «Και είδα εκεί πως οι εσωτερικοί υπάλληλοι, όταν πέσει πολλή δουλειά στα δέματα, βγαίνουν έξω και βοηθούν. Όταν γύρισα λοιπόν, έστειλα στο υπουργείο την πρότασή μου, να το κάνουμε κι εδώ το ίδιο. Λίγο καιρό μετά, μου απήντησαν. “Αξιότιμε κύριε”, έγραφε η επιστολή. “Η γλαυξ εκομίσθη εξ Αθηνών και όχι εκ Παρισίων”! Και όπως καταλαβαίνετε, δεν έγινε τίποτα».
Σ’ ένα πράγμα συμφωνούν κι οι τρεις: μετά το ’80 μπήκε ο κομματισμός στο Δημόσιο και άλλαξαν όλα. «Αγωνίζονταν οι δάσκαλοι ποιοι θα γίνουν σύμβουλοι και παρασύμβουλοι, και χάλασε και το κλίμα στο σχολείο. Έλεγες, “να ανεβάσουμε ένα θεατρικό” και σου απαντούσαν, “έλα, μωρέ, δεν βαριέσαι;”. Κι έτσι, ακόμη κι αν νοιαζόσουν, δεν μπορούσες πια να κάνεις και πολλά πράγματα».
Ο κ. Γκούμας ακόμα το θυμάται: «Μου είπαν να υπογράψω την άδεια ενός κέντρου διασκέδασης το 1993 και είπα όχι. Για τιμωρία, με απέσπασε ο νομάρχης σ’ ένα νοσοκομείο παράνομα, κι ας είχα οργανική θέση. Ο κ. Βαβουγυιός, εν τω μεταξύ, είχε ήδη πάρει σύνταξη. Πήγαμε μ’ έναν φίλο σε μια υπηρεσία ένα μεσημέρι στη 1.30. Υποτίθεται πως έκλειναν στις 2.00, όμως είχαν κατεβάσει ρολά μισή ώρα πριν. “Να έρθετε αύριο”, μας είπαν. Και γυρίζει και μου λέει ο φίλος μου: “Πάει, την έχασαν την ευαισθησία τους αυτοί οι υπάλληλοι”».
«Τα παιδιά μου τα ώθησα έξω απ’ το Δημόσιο», συμπληρώνει ο κ. Βαβουγυιός. «Γιατί να περάσουν ό,τι πέρασα εγώ; Εμένα νέο με τιμώρησαν δύο φορές, ενώ δεν έφταιγα, για λάθη του διευθυντή μου. Και δεν μπορούσα να μιλήσω, γιατί θα μου έγραφαν αρνητική έκθεση. Γιατί να αδικηθεί έτσι κι ο γιος μου;». Ο κ. Διδασκάλου, πάλι, γελάει όταν τον ρωτάω αν ήθελε να δει τον δικό του γιο δάσκαλο. «Να σας πω την αλήθεια, εγώ ο ίδιος θα ήθελα να πήγαινα να διδάξω τώρα που αρχίζουν τα σχολεία. Αλλά βέβαια, τώρα του εγγονού μου του λέει η δασκάλα, “Σήκω, Σάκη, για μάθημα”, κι αυτός της απαντάει: “Δεν θέλω, κυρία”. Ενώ εμένα, τόσα χρόνια στα σχολεία, το “δεν θέλω, κύριε” δεν βρέθηκε παιδί να μου το πει!»
Πηγή: «Καθημερινή της Κυριακής»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...