Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Είναι πράγματι η Eλλάδα ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος;

Tην προηγούμενη εβδομάδα κυκλοφόρησε στο Internet μία έρευνα σχετικά με την αναλογία των αστυνομικών/πληθυσμού, σε 131 χώρες (σσ. προσοχή! Η έρευνα βασίζεται σε στοιχεία του 2011. Από τότε, στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο με τις χιλιάδες συνταξιοδοτήσεις αλλά και τη μη πρόσληψή νέων αστυνομικών). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η Ελλάδα φάνηκε να κατέχει μία από τις πρώτες θέσεις παγκοσμίως, «ως μία από τις πλέον αστυνομοκρατούμενες», με 452 αστυνομικούς, ανά 100.000 κατοίκους. Ο γραφίστας Ramiro Gomez δημιούργησε ένα διαδραστικό χάρτη, στον οποίο απεικονίζονταν όλα τα δεδομένα. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα δημοσιεύματα περί αστυνομοκρατίας, άρχισαν να πληθαίνουν χωρίς -φυσικά- πολλές πολλές αναλύσεις. Με αφορμή λοιπόν την έρευνα, μου δημιουργήθηκε η απορία, αν ο χαρακτηρισμός «αστυνομοκρατούμενο κράτος» έχει να κάνει μόνο με ποσοτικά κριτήρια -δηλαδή τον αριθμό των αστυνομικών ανά πολίτη- ή και με ποιοτικά -δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αστυνομία και το πώς τελικά χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση.


Η βία κατά των δημοσιογράφων, τα επεισόδια με τις καθαρίστριες, ο τρόπος με τον οποίο αστυνομεύονται οι διαδηλώσεις, ελέγχονται τα σύνορα, αντιμετωπίζονται τα πολλαπλασιαζόμενα εγκλήματα μίσους, ο παγιωμένος ρατσισμός, η ανοχή της δράσης ξενοφοβικών ακροδεξιών ομάδων, η μεταχείριση των κατοίκων στις Σκουριές, αλλά και οι στενοί δεσμοί της αστυνομίας με την Χρυσή Αυγή -που αποτυπώνονται και στα ποσοστά των μελών των σωμάτων ασφαλείας, που ψηφίζουν ακροδεξιά κόμματα-, αλλά και το γεγονός ότι μέσα στο 2013 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα οκτώ φορές για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση -ενώ από το 1959 έως και το 2013 κρίθηκε ένοχη 47 φορές- καταδεικνυει τη σημασία της ποιοτικής αξιολόγησης. Δικαιολογούνται όμως χαρακτηρισμοί της Ελλάδας ότι είναι «αστυνομοκρατούμενο κράτος»;


Screenshot via maps.ramiro.org. Στον χάρτη απεικονίζονται με βαθύ κόκκινο οι πλέον αστυνομοκρατούμενες χώρες, ενώ με λευκό είναι οι χώρες στις οποίες ανά 100.000 κατοίκους αναλογούν λιγότεροι από 100 αστυνομικοί και με γκρίζο οι χώρες για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. 

Επικοινωνώ με την Χριστίνα Ζαραφωνίτου, Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Εγκληματολογίας του Παντείου, προκειμένου να μου εξηγήσει, αν πράγματι δικαιολογείται ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός της χώρας μας και κυρίως πώς θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας. «Η εν λόγω έρευνα δεν μπορεί να θεωρηθεί 100% αξιόπιστη διότι είναι βασισμένη σε στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε η Wikipedia και τα οποία είναι ημιτελή και ανομοιογενή, τόσο λόγω διαφορετικών πηγών προέλευσης, όσο και λόγω χρονολογικής απόστασης: άλλα είναι πολύ πρόσφατα (2012) και άλλα πολύ παλαιότερα (2000 ή 2008). Αν θέλουμε να προσεγγίσουμε το θέμα σε μια ορθότερη μεθοδολογικά βάση, θα πρέπει να ανατρέξουμε στις Ευρωπαϊκές στατιστικές για την εγκληματικότητα και την ποινική δικαιοσύνη, που δημοσιεύονται επί σειρά ετών, με τελευταία έκδοση το 2014», επισημαίνει και συνεχίζει: «Πρόκειται για το τελευταίο European Sourcebook of Criminal Justice Statistics, όπου περιλαμβάνονται στοιχεία συγκριτικά από το 2007 έως και το 2011. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, προηγείται σταθερά η Γεωργία με 940 αστυνομικούς ανά 100.000 και ακολουθούν: η Ουκρανία με 711, η Ρωσία με 675 (με τελευταία διαθέσιμα στοιχεία το 2007), η Κύπρος με 632, η Ισπανία με 536, η Ιταλία με 535, η Ελλάδα με 488 και η Κροατία, η Σερβία, η Μάλτα, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο με μικρές διαφορές. Η Ελλάδα επομένως, δεν ανήκει στις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη αναλογία αστυνομικών ανά κατοίκους -όπως η Κύπρος, η Ιταλία και η Ισπανία. Παρόλα αυτά έχει υψηλό ποσοστό στην παραπάνω κατάταξη και σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο». 

Eιδικότερα για την Ελλάδα, μου εξηγεί, ότι ενώ η βασική αρμοδιότητα της αστυνομίας στην συνείδηση του μέσου Έλληνα πολίτη, είναι συνυφασμένη με την ασφάλεια των πολιτών, στην πραγματικότητα είναι επιφορτισμένη με πολλές και ποικίλες αρμοδιότητες που δεν κατανέμονται σε διαφορετικά σώματα, όπως και θα έπρεπε -π.χ. τροχαία, ποινική δικαιοσύνη, φύλαξη ειδικών στόχων ή γηπέδων, διοικητικά καθήκοντα κλπ- και επισημαίνει δε ότι «η αναβίωση της τρομοκρατίας τα τελευταία χρόνια, έχει φέρει στο προσκήνιο τις παραπάνω “ανάγκες”».

Εδώ ακριβώς αναρωτιέμαι εάν η αυξημένη παρουσία της αστυνομίας σε μία χώρα, την κάνει αυτομάτως και ασφαλέστερη. «Η ποσότητα -το αστυνομικό δυναμικό», διευκρινίζει η Ζαραφωνίτου, «δεν ταυτίζεται με την ποιότητα -δηλαδή την αστυνομική αποτελεσματικότητα. Το πόσο ασφαλής είναι μία χώρα εξαρτάται και από άλλους, εξίσου σημαντικούς παράγοντες, όπως, π.χ. τη γραφειοκρατική οργάνωση, τη δομή αλλά και τη σχέση κοινού-αστυνομίας». Το τελευταίο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ενώ έχουμε τόση υψηλή αναλογία αστυνομικών/κατοίκων, οι πολίτες εκφράζουν την ανάγκη για περισσότερη αστυνόμευση. Στην θεωρία λοιπόν,ο πολίτης δεν αμφισβητεί την αστυνομία σαν θεσμό, αφού τη θεωρεί ως μόνη αρμόδια για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, αλλά εναντιώνεται στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει το έργο της κι έτσι δημιουργείται αυτή η ενδιαφέρουσα αντίφαση: ενώ οι πολίτες εκφράζουν την ανάγκη τους για περισσότερη αστυνόμευση, δεν εμπιστεύονται την ελληνική αστυνομία, αλλά αυτό δεν εμποδίζει πολλούς να καταφεύγουν σ’ αυτήν, σαν επαγγελματικό διέξοδο. Εξ ου και η αυξημένη αναλογία δικαιολογείται εν μέρη και απ’ το γεγονός ότι, «η αστυνομία, ως μια δημόσια υπηρεσία, προσφέρει επαγγελματική ασφάλεια».

Φωτογραφία: Αλέξανδορς Αβραμίδης

Ο Σεραφείμ Σεφεριάδης, αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, μου επισημαίνει ότι «αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολήσει και να μας ανησυχήσει είναι ότι έχουμε περισσότερους κατά κεφαλήν αστυνομικούς από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός αρκούντως συγκλονιστικό. Τα στοιχεία αυτά όμως, πρέπει να διαβαστούν στην δυναμική τους προοπτική. Η αύξηση της καταστολής και η σταδιακή καταστρατήγηση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών είναι δύο πράγματα που συνδέονται άρρηκτα και αποτελούν ένα ακόμα σύμπτωμα της συρρίκνωσης και της εξαθλίωσης της δημοκρατίας που ήδη έχουμε. Πιστεύω ότι είναι λάθος να δούμε τα αριθμητικά στοιχεία αυτά χώρια από το συγκεκριμένο περιβάλλον. Σε μία χώρα χρεοκοπημένη, βέβαια, η τόσο έντονη αστυνομική παρουσία δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει μία κυριαρχία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να αυξήσει την καταστολή. Και, ο κατασταλτικός χαρακτήρας της αστυνομίας -η αποχουντοποίηση της οποίας δεν επιτεύχθηκε ποτέ- δεν αποτελεί αποτέλεσμα ερμηνειών, αλλά υπάρχει και μία σαφώς βιωμένη πραγματικότητα που το επιβεβαιώνει», ξεκαθαρίζει ο Σεφεριάδης.

Το θέμα λοιπόν, προφανώς και δεν είναι ποσοτικό. Η αστυνομία δεν δρα μόνη της και η εικόνα του αστυνομικού ως όργανο καταπάτησης των ελευθεριών και των προσωπικών δικαιωμάτων του πολίτη είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες δείχνουν ξεκάθαρα ότι η αστυνομία χρησιμοποιείται κατασταλτικά για να ασκήσει πολιτική όποτε υπάρχει «ανάγκη». Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι έχουμε ως αφετηρία ένα εξουσιαστικό και κατασταλτικό μοντέλο, που απέχει παρασάγγας από την έννοια του κράτους του δικαίου και παραπέμπει περισσότερο σε κράτος αστυνομικής και κρατικής αυθαιρεσίας.

Ο αστυνομικός μπορεί και οφείλει να είναι με τον πολίτη, όχι απέναντι πάντα και παντού. Οι πολιτικοί ας το θυμούνται. 
Βάνια Τέρνερ                    
vice.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...