Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Τα θύματα του λαϊκισμού

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του λαϊκισμού της Μεταπολίτευσης ήταν το πέπλο προστασίας στους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων. Η ομάδα αυτή εργαζομένων, με τη σύμπραξη όλου του πολιτικού συστήματος, είχε επιτύχει να ακολουθεί κατά τα πάντα όλες τις προνομίες (μισθολογικές ή μη) των συναδέλφων τους στο Δημόσιο.
Η ακραία έκφανση του παραλογισμού βρισκόταν στην πρόβλεψη της σχετικής νομοθεσίας περί απολύσεων.
Οι ιδιοκτήτες, και άρα εργοδότες τους, δεν είχαν δυνατότητα να απολύσουν εκπαιδευτικό προσωπικό με τη συνήθη και κάθε φορά ισχύουσα εργατική νομοθεσία, αλλά έπρεπε το αίτημά τους για διακοπή της εργασιακής σχέσης με τον εργαζόμενο στην επιχείρησή τους να εγκριθεί από τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο του υπουργείου Παιδείας, έναν του συνδικαλιστικού οργάνου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και έναν του συνδέσμου των εργοδοτών.
Στη σπάνια περίπτωση που το αποτέλεσμα δεν ήταν δύο-ένα υπέρ της μη απόλυσης του εργαζομένου, τότε ο απολυμένος/η διοριζόταν αυτομάτως στο Δημόσιο σε αντίστοιχη θέση εκπαιδευτικού, και μάλιστα σε σχολείο της περιοχής στην οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή εργαζόταν!
Δηλαδή, αν κάποιος κρινόταν για οποιονδήποτε λόγο μη επαρκής να ασκήσει το εκπαιδευτικό λειτούργημα σε ιδιωτικό σχολείο, έστω και με αυτήν την εμφανώς συντεχνιακή διαδικασία, μετατρεπόταν σε ικανό να διδάξει τους μαθητές των δημόσιων σχολείων!
Είναι επίσης προφανές ότι όποιος τολμήσει να υπονοήσει ότι ήταν ευνοϊκές οι συνθήκες για να υπάρξουν «συναλλαγές κάτω από το τραπέζι» μάλλον θα βρεθεί μπλεγμένος με δικαστική περιπέτεια.
Η νομοθεσία αυτή καταργήθηκε και οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί εξισώθηκαν στην πράξη με... part time εργαζομένους! Πολύ γρήγορα περάσαμε στο αντίθετο άκρο.
Ξεκαθαρίζω ότι για μένα η απόλυση, η κινητικότητα, η αλλαγή όρων και σχέσεων εργασίας, η μετάθεση κ.λπ. δεν είναι ταμπού.
Ομως η συλλήβδην κατάλυση κάθε έννοιας δικαίου και η εκ του προχείρου διαγραφή ολόκληρων κλάδων εργαζομένων με συνέπεια την απόλυσή τους ή την ομαδική μεταβολή της εργασιακής τους σχέσης μάλλον δικαιώνει όσους θύμωσαν και οργίστηκαν:
1. Η Δημοτική Αστυνομία σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο επιτελεί ένα αξιοσημείωτο έργο υποκαθιστώντας σε πολλές περιπτώσεις την αστυνομία σε απλούς ελέγχους και παραβάσεις αφήνοντάς την να ασχολείται με το πραγματικό της έργο, που είναι το έγκλημα και η καταστολή του.
Αντί να υπάρξει ολοκληρωμένο σχέδιο εξέλιξης της δημοτικής αστυνόμευσης στα διεθνή πρότυπα, προτιμήθηκε η κατάργησή της.
Το αποτέλεσμα υπήρξε μοιραίο:
α) για τους δήμους που έχασαν έσοδα,
β) για την αστυνομία που «φορτώθηκε» ανεκπαίδευτο προσωπικό δημιουργώντας άλλη μία ειδική κατηγορία ένστολων εργαζομένων και
γ) για την εικόνα των μεγάλων αστικών κέντρων που έχασαν μία, έστω και ελλιπή, διαχείριση βασικών ζητημάτων, όπως η παράνομη στάθμευση και ο έλεγχος των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Δυστυχώς η εκ νέου πρόχειρη επανασύσταση της Δημοτικής Αστυνομίας από τη σημερινή κυβέρνηση οδηγεί πλέον τον θεσμό σε πλήρη απαξία.
2. Οι σχολικοί φύλακες ήταν μια εξαιρετική ιδέα για να αντιμετωπιστούν οι αυξημένοι κίνδυνοι από εξωσχολικούς παράγοντες για τους μαθητές και τα κτιριακά συγκροτήματα. Να θυμηθούμε μάλιστα ότι προέκυψε έπειτα από σειρά κρουσμάτων παρουσίας μικρεμπόρων ναρκωτικών στα σχολεία και καταστροφών από «αγνώστους» σχολικών αρχείων και εκπαιδευτικού υλικού.
Ο θεσμός ποτέ δεν λειτούργησε σωστά γιατί ποτέ δεν τέθηκε και εδώ σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης, ενώ το καθηκοντολόγιο των σχολικών φυλάκων υπήρξε μάλλον ως ανέκδοτο.
Αντί να διευρυνθούν τα καθήκοντά τους και να επικεντρωθεί το κράτος στην αξιοποίησή τους ώστε να παραχθούν τα βέλτιστα αποτελέσματα, οι εργαζόμενοι μετατράπηκαν στο εύκολο θύμα, αφού ως «αντιπαραγωγικοί» έπρεπε να κινήσουν για αλλού.
Και πάλι όμως τα δημόσια σχολεία βρέθηκαν στο έλεος κάθε «ενδιαφερόμενου», ενώ στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο η φύλαξή τους θεωρείται υψίστης σημασίας και επιλύεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια.
3. Οι καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, σήμα κατατεθέν της τότε αντιπολίτευσης, είναι το τρίτο παράδειγμα κακής διαχείρισης ενός ζητήματος που θα μπορούσε να λυθεί αναίμακτα.
Αν υποθέσουμε ότι ορθά ένα υπουργείο προτιμά την παροχή υπηρεσίας καθαριότητας από ιδιωτική εταιρεία, είτε διότι κοστίζει φτηνότερα είτε διότι με τον τρόπο αυτόν η παροχή είναι μετρήσιμη και άρα ευκολότερο να ελεγχθεί, τότε τι εμπόδισε τη μετάταξη των εργαζομένων σε δήμους που έχουν πραγματική ανάγκη από τέτοιας κατηγορίας προσωπικό; Μήπως ήταν απλά και σ’ αυτήν την περίπτωση μια λύση ανάγκης ώστε να μειωθεί το μισθολογικό κόστος χωρίς να ενοχληθούν όσοι αντιπαραγωγικοί κατοικούν στα ρετιρέ του Δημοσίου;
Η κυβέρνηση Τσίπρα μετά την πρόσφατη αναβάπτισή της από το εκλογικό σώμα έχει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να θέσει τέρμα στον επτάμηνο παραλογισμό τής χωρίς σχέδιο «δήθεν» αποκατάστασης εργαζομένων και η Νέα Δημοκρατία από τη θέση της αντιπολίτευσης να κατανοήσει καλύτερα τα πεπραγμένα του κυβερνητισμού της.
Συντάκτης: 
Πάτροκλος Γεωργιάδης*

* ειδικός εμπειρογνώμονας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Διετέλεσε γενικός γραμματέας στα υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...